εἷμα

εἷμα
εἷμα
1 robe

ἀπὸ κρόκεον ῥίψαις Ἰάσων εἷμα P. 4.232


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • είμα — εἷμα, το (Α) 1. ένδυμα, ιμάτιο 2. στρωσίδι, σκέπασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *Fεσ μα, με σίγηση τού σ και αντέκταση τού προηγούμενου βραχέος φωνήεντος. Το θ. Fεσ απαντά στο έννυμι*. Η λ. είμα, τής οποίας πιο εύχρηστος είναι ο πληθ. είματα, αντιστοιχεί… …   Dictionary of Greek

  • εἷμα — garment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱμάτων — εἷμα garment neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵμασι — εἷμα garment neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵμασιν — εἷμα garment neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵματα — εἷμα garment neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵματι — εἷμα garment neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵματος — εἷμα garment neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵμαθ' — εἵματα , εἷμα garment neut nom/voc/acc pl εἵματι , εἷμα garment neut dat sg εἵματε , εἷμα garment neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵματ' — εἵματα , εἷμα garment neut nom/voc/acc pl εἵματι , εἷμα garment neut dat sg εἵματε , εἷμα garment neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίμα — ἷμα, τὸ (Α) βλ. είμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι γλώσσα τού Ησύχ. και προφανώς άλλος τ. τής λ. εἷμα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”